Η Ελένη Γεωργοστάθη παρουσιάζει τον ΘΕΙΟ ΘΕΜΟ! – Ψυχογιός blog – 9 Αυγούστου 2019

Τι γίνεται όταν ο αγαπημένος θείος σου, αυτός που σου κάνει όλες τις χάρες και είναι κάτι ανάμεσα σε ενήλικο και σε μεγάλο παιδί, αλλάζει ξαφνικά συμπεριφορά κι αρχίζει να φέρεται σαν να τον έχουν απαγάγει εξωγήινοι; Πώς αντιδρούν τα παιδιά όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με συναισθηματικές αλλαγές και μεταπτώσεις στη ζωή των ενηλίκων που, όσο κι αν σ’ εμάς φαντάζουν αυτονόητες και φυσιολογικές, για κείνα μπορεί να αποτελούν ένα δυσανάγνωστο μυστήριο;

Από μια τέτοια προβληματική ξεκινώντας, άρχισα να γράφω το καινούργιο μου βιβλίο, με πρωταγωνιστές τρία ξαδέρφια αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως συγκατοικούν στην ίδια οικογενειακή πολυκατοικία και είναι και τα τρία ιδιαιτέρως δεμένα με τον νεότερο αδερφό των μαμάδων τους, τον θείο Θέμο.

Η αιφνίδια αλλαγή στη συμπεριφορά του θείου γεννά ένα σωρό ευφάνταστα σενάρια στα κεφάλια των ανιψιών του, παρασύροντας αρχικά τη δυναμική Ζωή, τη «ρομαντική» Μάγδα και τον πρακτικό Μάνο σε μια περιπετειώδη καταδίωξη με στόχο την αναζήτηση απαντήσεων. Αλλά κι όταν τα αρχικά ερωτήματά τους απαντηθούν με εντελώς ανέλπιστο τρόπο, αφού ο έρωτας είναι η αιτία της αλλόκοτης συμπεριφοράς του θείου, τα τρία παιδιά θα κληθούν να λύσουν ένα δεύτερο, ακόμα μεγαλύτερο μυστήριο, που η δυσάρεστη αλήθεια την οποία ίσως κρύβει μπορεί να αποδειχτεί καταλυτική για τις ζωές όλων τους…

Στην ουσία, το Τι τρέχει με τον θείο Θέμο; ξεκινά ως μια ανάλαφρη οικογενειακή ιστορία και καταλήγει να είναι μια περιπέτεια μυστηρίου που έχει να κάνει με τη σχέση μας με το άλλο, το ξένο, το διαφορετικό, αλλά και με τη δική μας κληρονομιά. Πόσο νηφάλια είναι η στάση μας απέναντι στο παρελθόν μας; Πώς προσλαμβάνουμε το ενδιαφέρον ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες γι’ αυτό; Και πώς το προσωπικό δεν είναι ποτέ μόνο προσωπικό αλλά αποκτά ευρύτερες διαστάσεις μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους;

Φυσικά, οι τελεσίδικες απαντήσεις δεν ήταν και πάλι το ζητούμενό μου. Περισσότερο με ενδιέφερε η χαρά τού να πω μια ιστορία που ενδεχομένως, πέρα από ευχάριστη, να μπορούσε και να γεννήσει ορισμένες σκέψεις και ερωτήματα στους αναγνώστες της. Μια ιστορία με αρκετές δόσεις χιούμορ και δράσης, τοποθετημένη σε μια φανταστική ελληνική επαρχιακή πόλη στην οποία πολύ θα ήθελα να ζω, και με μια αφηγήτρια που, όσο κι αν εκφράζει κατά κύριο λόγο προσωπικές σκέψεις και οπτικές, απηχεί παράλληλα το μικροκλίμα της οικογενειακής πολυκατοικίας στην οποία ζει με τους γονείς, τον αδερφό, τους θείους και τα ξαδέρφια της. Μιας πολυκατοικίας όπου συνυπάρχουν τέσσερα εντελώς διαφορετικά νοικοκυριά, των οποίων οι δυσκολίες, τα προβλήματα και οι ιδιαιτερότητες δεν μπαίνουν στο μικροσκόπιο ως «case studies», αλλά θέλω να πιστεύω ότι αποτυπώνονται με ευκρίνεια σε συμπεριφορές, αντιδράσεις και μικρές ή μεγάλες καθημερινές στιγμές.

Έτσι κι αλλιώς, η ιδέα αυτής της συγκατοίκησης ετερόκλητων έως και αντιφατικών ανθρώπων μού φάνταζε περίπου αυτονόητη σε μια ιστορία που σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το δικαίωμα στο διαφορετικό, με την αποδοχή του άλλου ακριβώς όπως είναι, με την άρση των προκαταλήψεων όπως και κάθε είδους στερεοτυπικής τυποποίησης.

Κλείνοντας, ελπίζω οι αναγνώστες του βιβλίου μου να χαρούν και να διασκεδάσουν διαβάζοντάς το όσο κι εγώ όταν το έγραφα. Και ίσως να ανακαλύψουν στα πρόσωπα των ηρώων του, που και πάλι ζωντάνεψε εξαιρετικά η Λέλα Στρούτση, τους χαρακτήρες που μου κράτησαν τόσο καλή συντροφιά το διάστημα εκείνο που πέρασα γράφοντας για τους ίδιους και για τις περιπέτειές τους.