Γιαπωνέζικος Κήπος: συνέντευξη με την Ελένη Γεωργοστάθη – Περιοδικό Χάρτης – Φεβρουάριος 2019

της Άννας Κουππάνου

Ο για­πω­νέ­ζι­κος κή­πος εί­ναι ίσως ένα από τα πιο δο­μη­μέ­να εί­δη κή­πων. Πρέ­πει απα­ραι­τή­τως να πε­ριέ­χει εφτά στοι­χεία: νε­ρό, πέ­τρες και άμ­μο, γέ­φυ­ρες, πέ­τρι­να φα­νά­ρια και γούρ­νες, φρά­κτες και πύ­λες, άν­θη και δέ­ντρα, και ψά­ρια. Οι πα­ρού­σες συ­νε­ντεύ­ξεις θα απο­τε­λού­νται πά­ντα από εφτά ερω­τή­σεις. Κά­ποιες από αυ­τές θα επα­να­λαμ­βά­νο­νται και κά­ποιες θα εί­ναι νέ­ες, ώστε να αντα­πο­κρί­νο­νται στο έρ­γο που έχου­με μπρο­στά μας. Σαν τον για­πω­νέ­ζι­κο κή­πο, οι συ­νε­ντεύ­ξεις θα δια­τη­ρούν τη δο­μή τους, προ­σπα­θώ­ντας ταυ­τό­χρο­να να απο­δώ­σουν, ακρι­βώς σαν αυ­τόν, τη ζω­ντά­νια μιας μα­κρι­νής γης, που σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση εί­ναι η δια­δι­κα­σία της συγ­γρα­φής.

Γιαπωνέζικος Κήπος: συνέντευξη με την Ελένη Γεωργοστάθη

Η Ελέ­νη Γε­ωρ­γο­στά­θη γεν­νή­θη­κε στη Σπάρ­τη το 1973. Σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Φι­λο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Αθή­νας και έκα­νε με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στο ίδιο αντι­κεί­με­νο στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Μπέρ­μιγ­χαμ. Την τε­λευ­ταία ει­κο­σα­ε­τία ερ­γά­ζε­ται ως επι­με­λή­τρια εκ­δό­σε­ων, ενώ από το 2012 δια­τη­ρεί ιστο­λό­γιο για το παι­δι­κό βι­βλίο. Έχει γρά­ψει τα βι­βλία: Το χάρ­τι­νο κα­ρα­βά­κι της μα­μάς, ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Ε. Βα­βού­ρη, Ψυ­χο­γιός 2014 (βρα­χεία λί­στα Κύ­κλου του Ελ­λη­νι­κού Παι­δι­κού Βι­βλί­ου), Το απέ­να­ντι νη­σί, ει­κο­νο­γρά­φη­ση Ε. Βα­βού­ρη, Ψυ­χο­γιός 2016, Χά­θη­κε η μπά­λα!, ει­κο­νο­γρά­φη­ση Λ. Στρού­τση, Ψυ­χο­γιός 2017 (μι­κρή λί­στα βρα­βεί­ων του Ανα­γνώ­στη), Τε­λι­κά θα γρά­ψου­με τεστ; ει­κο­νο­γρά­φη­ση Ν. Κα­πα­τσού­λια, Ψυ­χο­γιός 2018.

Συνέντευξη

1.Πώς έρ­χε­ται η ιδέα μιας ιστο­ρί­ας; Τι υπάρ­χει μέ­σα σας; Εί­ναι ει­κό­να, λέ­ξη, συ­ναί­σθη­μα, αντί­δρα­ση; Πώς έρ­χε­ται η πρώ­τη πρό­τα­ση/πα­ρά­γρα­φος; Στη συ­νέ­χεια;
Όλα ξε­κι­νούν από μια ει­κό­να, μια κου­βέ­ντα, μια ανά­μνη­ση, σε τυ­χαίο χώ­ρο και χρό­νο. Αυ­τά πυ­ρο­δο­τούν μέ­σα μου την πρω­ταρ­χι­κή ιδέα, που, αν πρέ­πει να την πε­ρι­γρά­ψω, θα έλε­γα πως εί­ναι κά­τι σαν αδέ­σπο­τη σκη­νή από ται­νία, που μου γεν­νά την επι­θυ­μία να μα­ντέ­ψω το πριν και το με­τά της. Αυ­τός εί­ναι ο πρώ­τος πυ­ρή­νας της ιστο­ρί­ας μου. Από αυ­τήν την αφε­τη­ρία αρ­χί­ζω σι­γά σι­γά να εξε­ρευ­νώ και να ανα­κα­λύ­πτω χα­ρα­κτή­ρες, γε­γο­νό­τα, αι­τια­κές σχέ­σεις, μέ­σα από μια συ­νή­θως αρ­γή δια­δι­κα­σία χτι­σί­μα­τος και προ­σθα­φαι­ρέ­σε­ων. Αλ­λά και ανα­ζή­τη­σης των αρ­μών, της δυ­να­μι­κής, της λο­γι­κής των γε­γο­νό­των που συν­θέ­τουν την όποια πλο­κή.

Ωστό­σο, πα­ρά τις σκέ­ψεις και τις σκόρ­πιες ση­μειώ­σεις, μου εί­ναι αδύ­να­τον να ξε­κι­νή­σω να γρά­φω αν δεν μπο­ρέ­σω πρώ­τα να λύ­σω τον γρί­φο του ρυθ­μού της ιστο­ρί­ας μου. Κι αυ­τόν, όπως και το αν η αφή­γη­σή μου θα εί­ναι πρω­το­πρό­σω­πη ή τρι­το­πρό­σω­πη, πά­ντα τον υπα­γο­ρεύ­ει η ίδια η ιστο­ρία και έχει να κά­νει με τον τρό­πο που αυ­τή έχει δου­λευ­τεί μέ­σα στο μυα­λό μου, με την εν­δε­χό­με­νη ταύ­τι­ση ή μη της οπτι­κής μου με κά­ποιον από τους χα­ρα­κτή­ρες μου ή με την ανά­γκη μου να δια­τη­ρή­σω απο­στά­σεις από γε­γο­νό­τα και κα­τα­στά­σεις. Από αυ­τή την άπο­ψη, η πρώ­τη πρό­τα­ση, και κα­τ’ επέ­κτα­ση η πρώ­τη πα­ρά­γρα­φος, εί­ναι κα­θο­ρι­στι­κή. Τό­τε πια αι­σθά­νο­μαι ότι έχω μια ισχυ­ρή ανα­φο­ρά, τη φω­νή του αφη­γη­τή μου, αυ­τή που ελέγ­χει την έντα­ση, τις συ­ναι­σθη­μα­τι­κές δια­κυ­μάν­σεις, την από­στα­ση από τα γε­γο­νό­τα.

Πα­ρό­τι, πά­ντως, όταν γρά­φω, έχω κα­τά νου ολό­κλη­ρη την πλο­κή και τη δο­μή της ιστο­ρί­ας μου, η επα­νε­πε­ξερ­γα­σία της με φέρ­νει πά­ντο­τε αντι­μέ­τω­πη με άγνω­στες πτυ­χές των χα­ρα­κτή­ρων, νέ­ες δυ­να­μι­κές και αδιό­ρα­τες σε πρώ­το επί­πε­δο δια­συν­δέ­σεις των γε­γο­νό­των, οδη­γώ­ντας με συ­χνά σε μι­κρές ή με­γα­λύ­τε­ρες πα­ρεμ­βά­σεις. Κά­θε επα­να­νά­γνω­ση εί­ναι για μέ­να μια δια­δι­κα­σία επα­να­να­κά­λυ­ψης και μα­ζί επα­νε­πε­ξερ­γα­σί­ας του υλι­κού μου. Η γρα­φή, ακρι­βώς όπως και η ανά­γνω­ση ενός κει­μέ­νου, εί­ναι μια δια­δι­κα­σία που δεν τε­λειώ­νει πο­τέ.

2. Άν­θρω­ποι ή ζώα; Πώς επι­λέ­γε­τε ή πώς σας επι­σκέ­πτο­νται οι πρω­τα­γω­νι­στές σας;

Να με συγ­χω­ρή­σουν τα ζω­ά­κια, αλ­λά σε ό,τι έχει να κά­νει με την επι­λο­γή ηρώ­ων για τα βι­βλία μου, μάλ­λον κλί­νω προς την πλευ­ρά των αν­θρώ­πων. Το ότι σε ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο εί­χα πρω­τα­γω­νι­στές ζώα ήταν κά­τι που, κα­τά κά­ποιον τρό­πο, υπα­γό­ρευε η ιστο­ρία την οποία ήθε­λα εκεί­νη την επο­χή να πω και η οποία, όπως το αντι­λαμ­βα­νό­μουν τό­τε, θα πα­ρα­ή­ταν πε­ρί­πλο­κη αν το­πο­θε­τεί­το στον κό­σμο των αν­θρώ­πων. Άν­θρω­πος ή ζώο, πά­ντως, ο πρω­τα­γω­νι­στής της δεν θα μπο­ρού­σε να μη δια­θέ­τει τόλ­μη, φα­ντα­σία και ένα αντι­συμ­βα­τι­κό πνεύ­μα που ασφυ­κτιού­σε σε ένα άτολ­μο και φο­βι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Γε­νι­κό­τε­ρα μι­λώ­ντας, αν μπο­ρώ να ανα­ζη­τή­σω ένα κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στον τρό­πο με τον οποίο μέ­χρι τώ­ρα του­λά­χι­στον με επι­σκέ­πτο­νται οι πρω­τα­γω­νι­στές των βι­βλί­ων μου, θα έλε­γα ότι αυ­τό εί­ναι η ανά­γκη μου να απα­ντή­σω σε ένα θε­με­λιώ­δες ερώ­τη­μα που έχει να κά­νει με το πώς συ­γκε­κρι­μέ­νοι χα­ρα­κτή­ρες αντι­δρούν όταν βρί­σκο­νται αντι­μέ­τω­ποι με συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Χω­ρίς να ταυ­τί­ζο­μαι μα­ζί τους, αι­σθά­νο­μαι για τους ήρω­ές μου μια ισχυ­ρή συ­μπά­θεια, την ανά­γκη όχι μό­νο να τους γνω­ρί­σω κα­λύ­τε­ρα αυ­τούς και τα συ­ναι­σθή­μα­τά τους αλ­λά και να τους δω να εξε­λίσ­σο­νται μέ­σα από μια δια­δι­κα­σία ωρί­μαν­σης.

3. Πώς δια­μορ­φώ­νε­ται η φω­νή του παι­διού αφη­γη­τή, για πα­ρά­δειγ­μα, έτσι όπως την ακού­με στο Χά­θη­κε η μπά­λα!;

Τό­σο στο Χάρ­τι­νο κα­ρα­βά­κι της μα­μάς όσο και στο Χά­θη­κε η μπά­λα!, οι πρω­τα­γω­νι­στές μου ου­σια­στι­κά μού επέ­βα­λαν τη φω­νή τους. Όσο πλά­θο­νταν οι ιστο­ρί­ες τους στο μυα­λό μου, η σχέ­ση που ανέ­πτυ­ξα και με τους δυο τους ήταν τό­σο ισχυ­ρή, ώστε, όταν ήρ­θε η ώρα να τις γρά­ψω, η πρω­το­πρό­σω­πη αφή­γη­ση ήρ­θε και με βρή­κε με τη φω­νή των παι­διών σχε­δόν να αντη­χεί στα αυ­τιά μου. Ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Αντρέα, του ήρωα του Χά­θη­κε η μπά­λα!, η υιο­θέ­τη­ση της δι­κής του φω­νής, του λε­κτι­κού του, του τρό­που σκέ­ψης του, επέν­δυ­σε την ιστο­ρία με μια μάλ­λον ανα­γκαία απο­φορ­τι­στι­κή ελα­φρό­τη­τα, αφού το βι­βλίο στην ου­σία πραγ­μα­τεύ­ε­ται πο­λύ στε­νά­χω­ρα θέ­μα­τα. Επι­πλέ­ον, ο τρό­πος που ερ­μή­νευε τα γε­γο­νό­τα, οι πα­ρα­νο­ή­σεις του, οι αβλε­ψί­ες του, οι αγω­νί­ες του, η επι­μο­νή του να επι­βά­λει τη δι­κή του ατζέ­ντα με βο­ή­θη­σαν να κα­μου­φλά­ρω και να χτί­σω αθό­ρυ­βα το βα­θύ­τε­ρο, και πιο ση­μα­ντι­κό για μέ­να, επί­πε­δο της πλο­κής μου. Ο Αντρέ­ας εί­ναι ένα δε­κά­χρο­νο παι­δί και ως τέ­τοιο βλέ­πει τον κό­σμο γύ­ρω του. Ο τρό­πος που αφη­γεί­ται απη­χεί την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του αλ­λά και τον χα­ρα­κτή­ρα του, τις αγω­νί­ες και τις επι­θυ­μί­ες του, τα όνει­ρα και τις μα­ταιώ­σεις του, τις ανά­γκες του ως ενός παι­διού της ηλι­κί­ας του.

4. Ποιο εί­ναι το παι­δί που φα­ντά­ζε­στε ως ανα­γνώ­στη/ανα­γνώ­στρια των βι­βλί­ων σας; Η αφή­γη­σή σας κα­τοι­κεί­ται από μια σύγ­χρο­νη αντί­λη­ψη της παι­δι­κό­τη­τας. Πώς έχε­τε κα­τα­λή­ξει σε αυ­τήν; Πώς αλ­λη­λε­πι­δρά με την ει­κό­να του ενή­λι­κα; Πώς ει­σέρ­χε­ται το χιού­μορ ως φω­νή;

Νο­μί­ζω πως έχω κα­τά νου ένα παι­δί με ζω­η­ρή φα­ντα­σία και πε­ρι­πε­τειώ­δες πνεύ­μα, που απο­λαμ­βά­νει να ακο­λου­θεί τα χνά­ρια μιας ιστο­ρί­ας. Όχι κα­τ’ ανά­γκην ζω­η­ρό, αλ­λά ίσως και ένα ήσυ­χο, αθό­ρυ­βο παι­δί, που περ­νά­ει τον χρό­νο του κλει­σμέ­νο στο δω­μά­τιό του. Λί­γο πο­λύ τέ­τοια παι­διά εί­ναι και ορι­σμέ­νοι από τους ήρω­ες των βι­βλί­ων μου. Παι­διά που με τους δι­κούς τους κώ­δι­κες, τα δι­κά τους ερ­μη­νευ­τι­κά κλει­διά και τις δι­κές τους ιε­ραρ­χή­σεις προ­σπα­θούν να κα­τα­νο­ή­σουν τον κό­σμο των με­γά­λων, όχι πά­ντο­τε απο­λύ­τως επι­τυ­χη­μέ­να, και αλ­λη­λε­πι­δρούν μα­ζί του, επι­διώ­κο­ντας, μά­λι­στα, σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις να πα­ρέμ­βουν σε αυ­τόν. Το παι­δί πα­θη­τι­κός δέ­κτης ή το προ­στα­τευ­μέ­νο παι­δί που βλέ­πει τα πά­ντα –ή γί­νε­ται το ίδιο ορα­τό– μέ­σα από γυά­λα, χω­ρίς να μπο­ρεί να αγ­γί­ξει τί­πο­τα, απέ­χει πο­λύ από τον τρό­πο που αντι­λαμ­βά­νο­μαι την παι­δι­κό­τη­τα. Το ίδιο, όμως, ισχύ­ει και για το άλ­λο άκρο, το παι­δί-σω­τή­ρα, που με έναν μα­γι­κό και απλου­στευ­τι­κά αφε­λή τρό­πο θα λύ­σει όλα τα προ­βλή­μα­τα που οι με­γά­λοι κα­τόρ­θω­σαν να συσ­σω­ρεύ­σουν στην οι­κου­μέ­νη. Αυ­τό που κυ­ρί­ως με εν­δια­φέ­ρει εί­ναι η χω­ρίς δια­με­σο­λα­βή­σεις παι­δι­κή μα­τιά στα γε­γο­νό­τα. Με ό,τι αυ­τή συ­νε­πά­γε­ται. Έτσι, οι ήρω­ες των βι­βλί­ων μου, πα­ρά το ότι βιώ­νουν έντο­να την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που τους πε­ρι­βάλ­λει, πα­ρό­λο που επη­ρε­ά­ζουν με τις επι­λο­γές τους την τρο­πή που παίρ­νουν τα γε­γο­νό­τα, σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις προ­χω­ρούν σε απί­θα­νες ερ­μη­νεί­ες τους, ενώ, ακό­μα κι όταν επι­διώ­κουν να δώ­σουν λύ­σεις σε σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα, μπο­ρεί απλώς να οδη­γη­θούν σε άλ­λο από το επι­θυ­μη­τό απο­τέ­λε­σμα. Οι ενή­λι­κες, μέ­σα σε αυ­τό το πλαί­σιο, δεν εί­ναι το αντί­πα­λον δέ­ος των παι­διών, αλ­λά ένας κό­σμος που ανα­σαί­νει δί­πλα τους, εν­δε­χο­μέ­νως κά­πως δυ­σα­νά­γνω­στος, αλ­λά πά­ντως οι­κεί­ος και, ανε­ξάρ­τη­τα από τις αδυ­να­μί­ες και τις σκιές του ή τον αι­σθη­τά δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο με τον οποίο προ­σλαμ­βά­νει και βιώ­νει τα γε­γο­νό­τα, αρ­κε­τά υπο­στη­ρι­κτι­κός. Γι’ αυ­τό και, ακό­μα και απο­μυ­θο­ποι­η­μέ­νοι, βαλ­μέ­νοι στις πραγ­μα­τι­κές τους δια­στά­σεις, οι ενή­λι­κες δεν παύ­ουν να λει­τουρ­γούν ως ση­μείο ανα­φο­ράς για τα παι­διά. Το χιού­μορ, πέ­ρα από ερ­γα­λείο απο­μυ­θο­ποί­η­σης του κό­σμου των με­γά­λων, επι­διώ­κει να λει­τουρ­γή­σει και ως κώ­δι­κας απο­κα­λυ­πτι­κός του τρό­που θέ­α­σης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας από την πλευ­ρά των παι­διών

Για παράδειγμα, ένα ζήτημα που διατρέχει όλα τα έως τώρα βιβλία μου είναι η σχέση των παιδιών με τον κόσμο των μεγάλων. Κάθε ιστορία μου συνιστά και μιαν άλλη απόπειρα προσέγγισης αυτού του ανεξάντλητου θέματος, στο οποίο έχω την αίσθηση ότι ποτέ δεν θα σταματήσω να επιχειρώ να δώσω απαντήσεις.

5. Ως επι­με­λή­τρια η ίδια, και με­λε­τή­τρια του παι­δι­κού βι­βλί­ου μέ­σω του blog σας, πώς δια­βά­ζε­τε και πώς γρά­φε­τε παι­δι­κή λο­γο­τε­χνία; Γί­νο­νται δια­κει­με­νι­κές συν­δέ­σεις κα­θώς δια­βά­ζε­τε; Συν­δέ­σεις άλ­λου εί­δους – λο­γο­τε­χνι­κής θε­ω­ρί­ας; Ποια «τε­χνι­κά» θέ­μα­τα ει­σέρ­χο­νται στη συγ­γρα­φή/ανά­γνω­ση; Ποιες δη­μιουρ­γι­κές ανη­συ­χί­ες;

Η κα­θη­με­ρι­νή, επαγ­γελ­μα­τι­κή σχέ­ση με τα κεί­με­να αλ­λά και η συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη τους σε επί­πε­δο σπου­δών ανα­πό­φευ­κτα οδη­γούν σε μια πιο τε­χνι­κή αντι­με­τώ­πι­σή τους. Στο πα­ρελ­θόν, ως φοι­τή­τρια, αλ­λά πά­νω απ’ όλα ως ανα­γνώ­στρια, ανα­ζή­τη­σα στη θε­ω­ρία έναν τρό­πο προ­σπέ­λα­σης, ξε­κλει­δώ­μα­τος των κει­μέ­νων. Ωστό­σο, από κά­ποιο ση­μείο και με­τά, αι­σθάν­θη­κα ότι στην υπερ­βο­λι­κή προ­σκόλ­λη­ση σε αυ­τήν ελ­λό­χευε ο κίν­δυ­νος του εγκλω­βι­σμού σε ιδα­νι­κές αφαι­ρέ­σεις, στην εξι­δα­νί­κευ­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων τρό­πων και μορ­φών, σε εμ­μο­νές και αγκυ­λώ­σεις που ίσως με έκα­ναν στα­δια­κά να χά­σω αυ­τό που λέ­με από­λαυ­ση του κει­μέ­νου. Πα­ρό­τι, λοι­πόν, κα­τα­σκευα­στι­κά θέ­μα­τα, ει­δο­λο­γι­κοί προ­βλη­μα­τι­σμοί, ζη­τή­μα­τα δια­κει­με­νι­κό­τη­τας αλ­λά και η σχέ­ση του κει­μέ­νου με τον ανα­γνώ­στη του επη­ρε­ά­ζουν τό­σο τις ανα­γνω­στι­κές όσο και τις συγ­γρα­φι­κές μου από­πει­ρες, δεν συ­νι­στούν αυ­το­σκο­πό, αλ­λά εξυ­πη­ρε­τούν συ­γκε­κρι­μέ­νους στό­χους και ανά­γκες του εκά­στο­τε κει­μέ­νου και της πλο­κής του. Εξάλ­λου, ένα λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, όσο ισχυ­ρό θε­ω­ρη­τι­κό υπό­στρω­μα κι αν δια­θέ­τει, δεν νο­μί­ζω πως έχει ανά­γκη να το δια­λα­λεί, αλ­λά να μπο­ρεί να συ­να­ντη­θεί απρό­σκο­πτα με το κοι­νό στο οποίο απευ­θύ­νε­ται, ανε­ξαρ­τή­τως της θε­ω­ρη­τι­κής υπο­δο­μής αυ­τού του τε­λευ­ταί­ου.

Σε ό,τι αφο­ρά το ζή­τη­μα των λο­γο­τε­χνι­κών επιρ­ρο­ών, εκ­πλήσ­σο­μαι κι εγώ η ίδια, συ­νει­δη­το­ποιώ­ντας μέ­σα από τη δια­δι­κα­σία της γρα­φής τον βαθ­μό στον οποίο ορι­σμέ­νες μορ­φι­κές επι­λο­γές μας μπο­ρεί να εί­ναι προ­ϊ­όν ασυ­νεί­δη­της επιρ­ρο­ής από κεί­με­να που δεν θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με ακρι­βώς αγα­πη­μέ­να μας αλ­λά τα οποία βρέ­θη­καν τυ­χαία στον δρό­μο μας. Λό­γω της δου­λειάς μου, όχι σπά­νια έχω βρε­θεί να δια­βά­ζω βι­βλία ή εί­δη που υπό άλ­λες συν­θή­κες δεν θα εί­χαν φτά­σει πο­τέ στα χέ­ρια μου. Και εί­μαι ευ­γνώ­μων σε αυ­τά τα υπο­χρε­ω­τι­κά δια­βά­σμα­τα, ή του­λά­χι­στον σε αρ­κε­τά από αυ­τά, για­τί έχουν λει­τουρ­γή­σει ως ένα εν­δια­φέ­ρον πε­δίο με­λέ­της, διευ­ρύ­νο­ντας τις ανα­γνω­στι­κές μου πα­ρα­στά­σεις και επι­τρέ­πο­ντάς μου να αφο­μοιώ­σω τε­χνι­κές και τρό­πους που μου έχουν φα­νεί ιδιαί­τε­ρα χρή­σι­μοι. Τε­λι­κά, σκέ­φτο­μαι, ανε­ξαρ­τή­τως των θε­ω­ρη­τι­κών μας ανα­φο­ρών, το πραγ­μα­τι­κό πε­δίο σπου­δής, η πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κή σχο­λή δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, εί­ναι τα ίδια τα κεί­με­να με τα οποία συ­να­ντιό­μα­στε ως ανα­γνώ­στες.

6. Υπάρ­χει κά­ποιο ερώ­τη­μα που εί­ναι ακό­μη ανα­πά­ντη­το για σας και πι­θα­νόν να επη­ρε­ά­ζει τη γρα­φή σας, την επι­λο­γή θε­μά­των και την έκ­φρα­σή σας;

Δεν εί­μαι σί­γου­ρη αν τε­λειώ­νουν πο­τέ τα ερω­τή­μα­τα, ού­τε κα­τά πό­σον σ’ εκεί­να που ήδη έχου­με θέ­σει στον εαυ­τό μας χω­ρά­ει μία μό­νο απά­ντη­ση. Από την άπο­ψη αυ­τή χαί­ρο­μαι να ανα­κα­λύ­πτω διαρ­κώς και­νούρ­γιες απο­κρί­σεις σε αυ­τά. Για πα­ρά­δειγ­μα, ένα ζή­τη­μα που δια­τρέ­χει όλα τα έως τώ­ρα βι­βλία μου εί­ναι η σχέ­ση των παι­διών με τον κό­σμο των με­γά­λων. Κά­θε ιστο­ρία μου συ­νι­στά και μιαν άλ­λη από­πει­ρα προ­σέγ­γι­σης αυ­τού του ανε­ξά­ντλη­του θέ­μα­τος, στο οποίο έχω την αί­σθη­ση ότι πο­τέ δεν θα στα­μα­τή­σω να επι­χει­ρώ να δώ­σω απα­ντή­σεις. Πέ­ραν αυ­τού, ένα άλ­λο στα­θε­ρό ζη­τού­με­νο που δεν έχει πά­ψει να με απα­σχο­λεί εδώ και χρό­νια, ακό­μα κι αν έως τώ­ρα δεν δια­τρέ­χει με τρό­πο αρ­κε­τά εμ­φα­νή τα κεί­με­νά μου, έχει να κά­νει με τα όρια της μυ­θο­πλα­σί­ας αλ­λά και με τη σχέ­ση πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και φα­ντα­σί­ας. Πα­ρό­τι δεν ξέ­ρω σε τι μο­νο­πά­τια μπο­ρεί να με οδη­γή­σει, θέ­λω να ελ­πί­ζω ότι στο μέλ­λον θα απο­κτή­σει ευ­κρι­νέ­στε­ρο χα­ρα­κτή­ρα.

7. Πού γρά­φε­τε, πώς και πό­τε;

Επει­δή ερ­γά­ζο­μαι στο σπί­τι μου, περ­νάω το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ημέ­ρας στο γρα­φείο μου. Εκεί γρά­φω και τα βι­βλία μου, πά­ντα στον υπο­λο­γι­στή, συμ­βου­λευό­με­νη σκόρ­πια χαρ­τιά με ση­μειώ­σεις. Συ­νή­θως γρά­φω σε ερ­γά­σι­μες ώρες και μέ­ρες, κά­νο­ντας μι­κρά ή με­γά­λα δια­λείμ­μα­τα από τη δου­λειά μου, ή τα Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα. Μου εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο να λει­τουρ­γή­σω εκτός γρα­φεί­ου και, απ’ όσο θυ­μά­μαι, ελά­χι­στες σε­λί­δες έχουν γρα­φτεί μα­κριά απ’ αυ­τό.

Συνέντευξη στο περιοδικό Χάρτης, τεύχος 2