8ο Γυμνάσιο Πειραιά – 10/5/2019

Την Παρασκευή είχα τη χαρά να συναντήσω και να μιλήσω με παιδιά της Β τάξης του 8ου Γυμνασίου Πειραιά, έπειτα από πρόσκληση της φιλολόγου τους και φίλης μου από τα φοιτητικά χρόνια Μαριλένας Φαζάκη. Αφορμή η επιθυμία των μαθητών της να συζητήσουν μαζί μου όχι μόνο για τη συγγραφική αλλά και για την εκδοτική διαδικασία.

Πόσο καιρό μού πήρε να αποφασίσω να εκδώσω το πρώτο μου κείμενο;
Ήθελα από μικρή να γίνω συγγραφέας, κι αν όχι, τι σκεφτόμουν να γίνω; Έχω μετανιώσει για κάτι που έγραψα; Πώς χτίζεται μια ιστορία στο μυαλό μου; Πόσο χρόνο μού παίρνει να τη γράψω; Τι κάνω όταν κολλάω και δεν μπορώ να τη συνεχίσω; Πώς νιώθω όταν μου έρχεται στο κεφάλι μια καινούργια ιδέα; Τι είδους λάθη διορθώνει ένας επιμελητής; Πώς νιώθεις όταν παίρνεις αρνητική κριτική; Πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι μια κριτική; Πόσο παρεμβαίνει ο υπεύθυνος έκδοσης ή ο επιμελητής σε ένα κείμενο; Υπάρχουν ηλικιακοί φραγμοί στις αναγνωστικές μας επιλογές; Πόσο εφικτό είναι να εκδώσει βιβλίο ένα παιδί; Αυτές ήταν μερικές μόνο από τις ερωτήσεις στις οποίες κλήθηκα να απαντήσω, συνειδητοποιώντας πόσο βαθιά μέσα μας ή και πίσω στον χρόνο μάς πάνε κάποιες από αυτές. Όπως η ερώτηση για το κατά πόσον ένας έφηβος έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να διαβάσει ένα ενήλικο κείμενο, που μου θύμισε τη δική μου αναγνωστική περιπέτεια με τα βιβλία ενός συγγραφέα που διάβασα στην εφηβεία μου και που, κοντά τρεις δεκαετίες αργότερα, κλήθηκα να ξαναδιαβάσω, από τη θέση αυτή τη φορά όχι μόνο της ενήλικης αναγνώστριας αλλά και της επαγγελματία του βιβλίου.


Τι σας δίνει η λογοτεχνία; και Τι βιβλία προτιμάτε να διαβάζετε; ήταν οι δύο μοναδικές ερωτήσεις που πρόλαβα να κάνω στο τέλος της συνάντησής μας. Φυγή, Την ευκαιρία να ζω άλλες ζωές / να μπαίνω στη θέση άλλων ανθρώπων, Περιπέτεια, Μυστήριο, Φαντασία, Ταξίδι ήταν μερικές από τις απαντήσεις στην πρώτη. Και Μυστήρια, Περιπέτειες, Βιβλία φαντασίας, Μάνγκα, Βιβλία εποχής, ήταν κάποιες από τις απαντήσεις στη δεύτερη ερώτησή μου. Ενδιαφέρουσες όχι μόνο επειδή δείχνουν τη στάση των παιδιών απέναντι στη λογοτεχνία και στα είδη της, αλλά και, όπως νομίζω, γιατί συνιστούν ένα είδος αποτίμησης μιας μικρής ή μεγάλης αναγνωστικής περιπέτειας που ξεκίνησε, φαντάζομαι, στα πρώτα χρόνια του δημοτικού ή ίσως και λίγο νωρίτερα. Κι από την άποψη αυτή δηλωτικές κατά κάποιον τρόπο του όποιου αποτυπώματος άφησε στους εφήβους αυτούς η συνολική αλληλεπίδρασή τους όλα τα προηγούμενα χρόνια με ό,τι αποκαλούμε παιδικό βιβλίο. Αποκαλυπτικές για ανθρώπους σαν και μένα, συνηθισμένους να αλληλεπιδρούμε με παιδιά μικρότερων ηλικιών.

Θα μπορούσα να μιλάω μαζί τους με τις ώρες και οι ερωτήσεις να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Το σαρανταπεντάλεπτο που είχαμε στη διάθεσή μας έφυγε σαν νερό. Παρασκευή απογευματάκι, ανηφορίζοντας με το αυτοκίνητο από τον Πειραιά, έφερνα και ξανάφερνα στον νου μου εικόνες και στιγμές από τη ζωηρή, αυθόρμητη και τόσο ουσιαστική κουβέντα μας. Ήδη ανάμεσά τους είχα διακρίνει τη σπίθα και το πάθος δυο τριών εν δυνάμει συγγραφέων. Μακάρι να δουν τα όνειρά τους να εκπληρώνονται. Και να βρουν στη λογοτεχνία, όπως και στη ζωή, ό,τι ακριβώς προσδοκούν από αυτή.